Τὸ σκάκι, του Μ. Αναγνωστάκη

Τὸ σκάκι

Ἔλα νὰ παίξουμε…
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη

Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα

Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει

δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις

Ἔλα νὰ παίξουμε…

Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω

Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη

γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…

Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα…

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Αργύρης Χιόνης

Ταράχτηκα πολύ που ένας ποιητής πέθανε ανήμερα Χριστούγεννα. Είναι παράδοξο που ενώ κάποιων “η οικουμένη γιόρταζε μια γέννηση” αυτός πέθαινε,
πέθαινε,
πέθαινε,
πέθαινε,
πέθανε.

Σίγουρα όπως θα ‘θελε τον αγκάλιασε ο θάνατος, ή αλλιώς η Θανή
“Δεν σ΄ονομάζω Θάνατο,/ Θανή σ΄αποκαλώ/ αφού θα μ΄αγκαλιάσεις κάποτε,/ σε προτιμώ γυναίκα.”

Δεν του χαρίστηκε στιγμή η Θανή, δεν ξεγελάστηκε, τον κατασπάραξε, αλύπητη, γυναικεία ιδιότης.

Χαιρετισμούς και έναν οβολό για καλό κατευόδιο.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

έτσι για λίγο

Αλήθεια, θα μάθουμε ποτέ ποίοι είμαστε; Όνειρα, φιλοδοξίες, επιθυμίες, φόβοι μας κρύβουν απ’ τον εαυτό μας και μάλλον μοιάζουμε με ανώνυμα γράμματα που ξέρουν πολλά για μας εμείς όμως δεν ξέρουμε ποιος τα έγραψε και συχνά αποκοιμήθηκα το βράδυ νικητής και ξύπνησα μέσα στη νύχτα νικημένος, ή άλλοτε μ’ έπιανε πανικός, «πρέπει να βρω μιαν απάντηση, σκεφτόμουν, αλλιώς είναι σα να μην έζησα» και κάθε πρωί ένας πετεινός φωνάζει σα να μας προειδοποιεί γιατί η απειλή είναι άγνωστη, μα πάντα από πολύ γνωστά πράγματα, όπως αυτοί που σε ταπείνωσαν σου προετοίμασαν ανύποπτοι έναν ανώδυνο θάνατο — ας καθίσουμε λοιπόν κοντά στο παράθυρο κι ας κοιταχτούμε στα μάτια, αφού είμαστε ένοικοι της ματαιότητας και θα μας διώξουν σε λίγο.

Ζήσαμε πάντα μέσα στ’ όνειρο και δε θα βγούμε παρά μόνο για να πεθάνουμε στην άκρη ενός κόσμου που δε γνωρίσαμε.

Ζήσαμε πάντοτε άλλου και μόνον όταν κάποιος μας αγαπήσει ερχόμαστε για λίγο.

Τ.Λ.

Posted in Uncategorized | 2 Comments

το ‘θεσε αλλιώς ο Χριστιανόπουλος

Τώρα που βρήκα πια μίαν αγκαλιά,
καλύτερη κι απ᾿ ό,τι λαχταρούσα,
τώρα που μου ῾ρθαν όλα όπως τα ῾θελα
κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,
νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει.

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Μα πού να πάμε;

Αχ αυτό το μετεφηβικό άγχος πάλι. Απλά μου ζήτησες να πάμε κάπου μαζί, να φύγουμε. Κι αυτό ξαναβγήκε μπροστά, αναδύθηκε με φόρα, σα φυσαλίδα στο νερό, σαν παιδί κρυμμένο που, αφού έπαιξε μόνο του για ώρα, μόλις άκουσε θόρυβο έβγαλε το κεφάλι και βγήκε έξω, θυμωμένο.

Μα πού μπορούμε να πάμε ώστε να δούμε τους εαυτούς μας; Τι δεν είδαμε ακόμα; Δεν ταξιδέψαμε ήδη αρκετά απο τις πολυθρόνες μας; Τόσα μίλια κάνουν τα λόγια σου για να με βρουν κάθε βράδυ, άλλα τόσα τα δικά μου.
Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Javier Ruibal – Erik Satie

Καθώς άκουγα μια φίλη να μιλάει τούρκικα το θυμήθηκα, όσο Ανδαλουσία άλλο τόσο Παρίσι και… Εσταμπούλ…

Posted in Uncategorized | 1 Comment

Να έρθω ή έρχεσαι εσύ;

Σε καλώ (και σε ανακαλώ) σ’αυτά τα μονοπάτια (της μνήμης) μια ακόμα φορά.

Έλα.

Posted in Uncategorized | 2 Comments

“Αγάπη είναι…”

Μα πως είναι δυνατόν να επιστρέψω έτσι; Χωρίς να θέλω αλλά επειδή πρέπει. Και τώρα να βρίσκομαι ανάμεσα σε ξένα πράγματα (και ανθρώπους) που δε σημαίνουν τίποτα, σε καναπέδες και πολυθρόνες που κάποτε αγόρασα αλλά με χαρά θα τα έκαιγα για να ζεσταθώ απο τη φωτιά της ελευθερίας και της μοναξιάς. Και μετά τι;

Μου λες άγνοια = ευτυχία. Βέβαια όχι για εμάς, για τους άλλους. Εμείς γνωρίζουμε.
Δεν μπορώ να μη το αναγνωρίσω, είμαι τυχερή. Με έχουν αγαπήσει. Άλλοι για να πάρουν κάτι και να γεμίσουν τις άδειες γωνιές της ψυχής τους, άλλοι για να σωθούν, εσύ για να με σώσεις.

Θυμάσαι που παλιά γράφαμε στα λευκώματα “ Αγάπη είναι … κτλ κτλ κτλ”. Για χρόνια μου φαινόταν εντελώς αστεία και κακόγουστη αυτή η φράση.
‘Ομως μέσα σε μια στιγμή, κατάφερα να τη συμπληρώσω. Με εσένα. “Αγάπη είναι να είσαι εσύ ιδρωμένος αλλά να μου κάνεις αέρα”. Να με φυσάς για να μη λιώσω. Εσύ να υγροποιείσαι μπροστά μου, η σάρκα σου να απο-στάζει και να μετουσιώνεσαι (τι ωραία λέξη). Και την ίδια μαγική στιγμή να φυσάει απο μέσα σου το δροσερότερο αεράκι. Όσο κι αν αγαπάω τη φύση και όλους της τους αέρηδες, τις παγωμένες τραμουντάνες, τους αρρωστιάρηδες νοτιάδες και τους χρυσοποίκιλτους μπαχαρένιους ανατολικούς, τον ευγενή ζέφυρο, η δική σου (ανα)πνοή πάνω μου τους σιώπησε για πάντα.

Αγάπη είναι ο αέρας σου. ‘Οταν φυσάει πάνω μου και ανασηκώνει το χνούδι της πλάτης μου. Που με δροσίζει, με παγώνει, με παρασύρει αλλού, με ρίχνει κάτω και με σηκώνεις πάλι εσύ.

Σαν τον ανώνυμο νεαρό στην αττική κύλικα Ύστερης Αρχαϊκής περιόδου, τώρα στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης που ανασηκώνεται απο τον Έρωτα ή το Ζέφυρο. Kαι οι δύο εκδοχές μου κάνουν.

Posted in Uncategorized | 3 Comments

18 ή -∞

Κάθε φορά που σε βλέπω γίνομαι 18
κι ας έχω ήδη ασπρίσει
Κάθε φορά που σε βλέπω γίνομαι 18
και σε φοβάμα (δε φοβάμαι)
μήπως γι’ αυτό έχω ασπρίσει;
Κάθε φορά που σε βλέπω γίνομαι 18
ή -∞ “έως το άπειρο“;
Μέχρι εκεί θα σε θέλω, θα σου δίνομαι
Κάθε φορά που σε βλέπω γίνομαι 18
Άσε με, σου λέω.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Πούλησε με πάλι

Πούλησέ με πάλι κάποτε σε πούλησα κι εγώ
σε πούλησα γυρνώντας το κεφάλι
Όπως τόσοι άλλοι στο παιχνίδι παίζουμε καιρό
ο ένας μας να θέλει και ο άλλος ν΄αμφιβάλλει

Πάνω στην αδύναμη στιγμή την αγάπη πούλα
πούλα με και πάλι εν ψυχρώ για μια δραχμούλα
και χαλάλι, πούλησέ με πάλι
κι όταν δεις να φεύγω έλα πες μου σ΄αγαπώ

Γίναμε μεγάλοι σ΄ένα κόσμο τόσο σιωπηλό
σκληρύναν οι καρδιές μας σαν ατσάλι
κι όταν ξεπροβάλλει μια ελπίδα που ΄χουμε κι οι δυο
στο στόμα φίλησέ με κι έλα, πούλα με και πάλι

Πάνω στην αδύναμη στιγμή την αγάπη πούλα
πούλα με και πάλι εν ψυχρώ για μια δραχμούλα
και χαλάλι πούλησέ με πάλι
κι όταν δεις να φεύγω έλα πες μου σ΄αγαπώ

““““““““““
Στίχοι: Μυρτώ Κοντοβά
Μουσική: Κώστας Μπαλταζάνης
Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη (Ντάμα Κούπα)

““““““““““

Posted in Uncategorized | Leave a comment